ΝΤΡΟΠΗ ΜΟΥ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΕ ΠΗΡΑ ΑΓΚΑΛΙΑ…

Παίδων Πεντέλης. Ώρα εννιά το βράδυ. Παρκάρω ανέμελη μέσα στο πευκόφυτο προαύλιο του νοσοκομείου. Ανέμελη σε αυτό το μέρος; Ναι. Έχω έρθει να πάρω μόνο κάτι εξετάσεις. Δεν κλαίει κανείς στο πίσω κάθισμα, δεν «καίγεται» κανείς στον πυρετό. Σήμερα είμαι μόνη μου και χαλαρή.

Γράφει η Αντιγόνη Μιχοπούλου

Το νοσοκομείο εφημερεύει. Όλα και όλοι στην θέση τους. Η αίσθηση μου γι’ αυτό το νοσοκομείο – το οποίο έχω επισκεφτεί πολλές φορές – είναι ότι είναι μικρό, νοικοκυρεμένο και οικογενειακό.

Μπαίνω μέσα γνωρίζοντας πού πρέπει να πάω και κατευθύνομαι με ταχύτητα, γιατί μπορεί να είμαι χαλαρή αλλά έχω υποσχεθεί να γυρίσω πριν την «καληνύχτα», να διαβάσω τον «τίγρη που ήταν φούρναρης», να αγκαλιάσω, να φιλήσω και μετά να πέσει σκληρή διαπραγμάτευση για μια τελευταία ιστορία.

Μέσα στα επείγοντα συνηθισμένες εικόνες. Μια μαμά με το μωρό της που έχει πάθει αλλεργία και έχει γίνει κόκκινο σαν το παντζάρι, ένα κοριτσάκι που κέρδισε το «παράσημο» του ολόλευκου γύψου στο δεξί του πόδι και μια κοπέλα που δεν κατάλαβα τι είχε. Αυτό που φαινόταν από χιλιόμετρα είναι ότι ήταν… έφηβη, θυμωμένη και αμίλητη με τον μπαμπά της. Εκείνος, μια θλιβερή φιγούρα, να της κάνει διάφορες ερωτήσεις και εκείνη να μην του χαρίζει ούτε ένα βλέμμα.

Ακούγεται όμως και ένα κλάμα στο βάθος του διαδρόμου που είναι διαφορετικό απ΄ αυτό του πόνου. Είναι ένα περίεργο παιδικό κλάμα. Μοιάζει με μοιρολόι. Οι εξετάσεις έρχονται και μου τραβάνε την προσοχή αλλά μετά πάλι αυτό το κλάμα. Έχει πια προκαλέσει αναστάτωση αυτή η παιδική θλίψη. Αρχίζω να πλησιάζω μαζί με τη γιατρό.

Δυο παιδιά καθισμένα σε μια καρέκλα. Δυο αγόρια. Το ένα γύρω στα δώδεκα και το άλλο γύρω στα τρία. Ο μεγάλος έχει σταυρώσει τα δάκτυλα του και μέσα σε αυτά κρατάει σφιχτά τον μικρό του αδελφό.

Το μεγάλο παιδί είναι σε σοκ. Είναι από την Συρία. Δεν ξέρει καλά αγγλικά. Το μόνο που λέει είναι «δεν θέλω να γυρίσω σπίτι μου». Χτυπιέται αλλά δεν λύνει τα δάκτυλα του ούτε μια στιγμή. Το μικρό δεν έχει έκφραση. Κοιτάζει όλους αυτούς τους αγνώστους που έχουν μαζευτεί γύρω του με ένα βλέμμα κενό. Είναι μόνο τριών και έχει κενό βλέμμα. Ο μεγάλος κλαίει. Φωνάζει και λέει με τα λιγοστά αγγλικά του: «my mother is not here, my father is not here, I don’t want to go back home».

Δίπλα του ένας νεαρός άνδρας από το χαμόγελο του παιδιού, προσπαθεί να τον ηρεμήσει, αλλά δεν τα καταφέρνει. Η γιατρός σκύβει μπροστά του. Στέκεται στο ύψος του αγοριού και του λέει με στοργή να ηρεμήσει και ότι θα βρεθεί λύση. Είναι η μόνη στιγμή που ηρεμεί για λίγο. Περίμεναν να έρθει ένας μεταφραστής. Είχαν «λυγίσει» όλοι. Η κυρία στον γκισέ  της εισόδου μονολογούσε «αυτό δεν μπορώ να τα αντέξω».

Ακόμα και για αυτή τη γυναίκα, που τόσα έχουν δει τα μάτια της, αυτό το θέαμα είναι αφόρητο. Το πρόσωπο της γιατρού είχε αλλοιωθεί από την θλίψη.

Από τα λίγα που μπόρεσα να μάθω είναι ότι η μητέρα των δύο αγοριών είχε καταφέρει να φτάσει στη Γερμανία και ο πατέρας τους ήταν στην Τουρκία. Δεν ξέρω αν ισχύουν αυτά που έμαθα. Δεν έχει και καμία σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ήταν μόνα τους σε μια ξένη χώρα, χωρίς να γνωρίζουν κανέναν και χωρίς να έχουν τρόπο να συνεννοηθούν. Συνθήκες που θα τρόμαζαν και έναν ενήλικα.

Τα δάκτυλα του δεν λύθηκαν ούτε μια στιγμή, έμοιαζαν με λουκέτο. Ατελείωτη αγάπη και ευθύνη για ένα παιδί που θα έπρεπε να κάνει καλοκαιρινές διακοπές με την οικογένεια του, να τρώει παγωτά και να κάνει διαγωνισμό βουτιάς με τους φίλους του. Ήταν όμως εκεί μόνος, αβοήθητος και αποκλειστικά υπεύθυνος για το μικρό αδερφάκι του.

Αμέσως πέρασαν διάφορες σκέψεις από το μυαλό μου χωρίς ίχνος ρεαλισμού. Θα χωρέσουμε στο σπίτι άμα έρθουν; Έχω φαγητό έτοιμο; Οι σκέψεις έφυγαν. Δεν άντεξα τη θλίψη και έφυγα μακριά της. Σχεδόν έτρεξα και μπήκα στο αυτοκίνητο δήθεν για να προλάβω να τηρήσω την υπόσχεση μου. Να διαβάσω παραμύθι, να πω την ιστορία, να ακολουθήσω αυτή την ανεκτίμητη ρουτίνα μας.

Κακώς δεν έκατσα δίπλα τους.

Μα δεν θα μπορούσα να λύσω το πρόβλημα τους, άμα καθόμουν. Δεν θα μπορούσα να βρω τους γονείς τους, ούτε να κάνω τον μεταφραστή.

Ναι δεν θα μπορούσα.

Αλλά θα μπορούσα να τους πάρω μόνο μια αγκαλιά. Νομίζω μόνο αυτό ήθελαν εκείνη την στιγμή. Και έχω μάθει πια να κάνω πολύ ωραίες αγκαλιές. Εκείνες που θέλουν τα παιδιά όταν ξυπνάνε από έναν εφιάλτη. Και αυτά ζουν σε ένα μόνιμο εφιάλτη. Δεν την έκανα. Δεν άντεξα.

Μετανιώνω αγόρια μου για την αγκαλιά που δεν σας έδωσα.

Ντροπή μου.

ΠΗΓΗ: Το κουτί της Πανδώρας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *